Κυριακή, 10 Ιουνίου 2007

Οί καλοί λογισμοί μαζί μέ τήν ευχή εκτοπίζουν τίς κακές σκέψεις καί τίς προσβολές τών δαιμόνων.



202 δ
Β' Κυρ Ματθ 10.6.2007

«Και μεταξύ αλλήλων των λογισμών, κατηγορούντων ή και απολογουμένων». Στο στίχο αυτό χριστιανοί μου, του σημερινού αποστολικού Αναγνώσματος, ο Απόστολος Παύλος μας λέγει ότι η συνείδησις όχι μόνον των χριστιανών αλλά και όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτου θρησκείας, καταμαρτυρεί, φωνάζει, διαμαρτύρεται, για τα έργα των ανθρώπων, αν αυτά είναι καλά ή κακά, πονηρά ή αγαθά.
Η δε διάνοιά τους, δηλαδή ο νους, παράλληλα προς τη συνείδηση αναπτύσσει και γεννά λογισμούς ή που κατηγορούν ο ένας τον άλλον, ή και απολογούνται, για την εξακρίβωσιν αυτού του καλού ή του κακού λογισμού.
Αυτά είπε ο Απόστολος Παύλος.
Εάν όμως συνδέσουμε και τους προηγούμενους στίχους, δεκατέσσερα, δεκαπέντε και δεκάξι, αυτού του ιδίου του κεφαλαίου όπως ακριβώς το ακούσαμε σήμερα στη Θεία Λειτουργία, ο Απόστολος Παύλος ομιλεί για μια μεγάλη αλήθεια.
Ότι όλοι οι άνθρωποι, βαπτισμένοι και μη, έχουν μέσα τους έμφυτον τον ηθικόν νόμον της συνειδήσεως, που τους υποδεικνύει τη διαφορά του καλού απ’ το κακό.
Σε μας τους χριστιανούς, μας αποκαλύπτει επιπλέον η συνείδησις, τη διαφορά μεταξύ αρετής και αμαρτίας. Μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, φωτός και σκότους.
Τις δε υποδείξεις αυτές που μας αποκαλύπτονται, τις υποστηρίζει πάντοτε η συνείδησις με διάφορους καλούς και ελεγκτικούς λογισμούς στους οποίους αντιστέκονται, - ή καλύτερα να χρησιμοποιήσω μια σημερινή έκφραση – αντιπολιτεύονται, οι λογισμοί που αναφύονται, που γεννιόνται, είτε από τα πάθη μας, είτε από την κακή σπορά του διαβόλου.
Για όλους αυτούς τους κακούς λογισμούς, με τις κρυφές, και πονηρές επιθυμίες, που εξωτερικεύονται τις περισσότερες φορές με την μορφήν των λόγων και των έργων, ο Θεός αυτούς τους λογισμούς θα τους κρίνει.
Το είπε ο Παύλος, λίγο πριν, «κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το Ευαγγέλιον δια Ιησού Χριστού». Έτσι με τη βοήθεια της συνειδήσεως, οι καλοί λογισμοί μας κατηγορούν όταν κάνουμε ή λέμε το κακό ή το πονηρό, ή το άδικο, ή το στραβό, ή το αισχρό, και γενικά καθετί αμαρτωλό.
Και άλλοτε πάλι οι αγαθοί λογισμοί, μας υπερασπίζονται, όταν προσπαθεί ο Διάβολος να σπείρει τους δικούς του κακούς λογισμούς, με τις διάφορες δικαιολογίες έστω και αν αυτές φαίνονται λογικές.
Γι’ αυτό κάθε δικαιολογία θεωρείται κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, ο δικηγόρος του διαβόλου.
Ο διάβολος για να προκαλέσει την αμέλεια, ή την ακηδεία, τη βαριεστημάρα δηλαδή για να κάνομε προσευχή, ή και την αδιαφορία όπως το προκάλεσε, σήμερα στη Θεία Λειτουργία που οι περισσότεροι ξέχασαν να λένε το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τι εκμεταλεύεται και μας κάνει να το ξεχνάμε;
Αφενός μεν την κακή κλίση και τη ροπή που έχουμε προς το κακό, και αφετέρου τις αδυναμίες και τα πάθη μας, γιατί όλοι μας έχουμε. Μη νομίζει κάποιος ότι δεν έχει, να σηκώσει το χέρι του. Θα τον ανακυρήξομε και Άγιο, και πρώτος εγώ, έχω δηλαδή αδυναμίες και πάθη.
Όταν όμως οι ίδιοι, εμείς οι ίδιοι φροντίζουμε κάθε μέρα, και κάθε ώρα να καλλιεργούμε αγαθούς και καλούς λογισμούς, τότε αυτή η προσπάθειά μας καλείται Θεάρεστος Μέριμνα. Δηλαδή λογισμοί και σκέψεις, που ενασχολούνται μόνο με τη σωτηρία της ψυχής μας.
Θεάρεστοι λογισμοί βοηθούνται απ’ το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Μερικοί από σας που το λέγατε σήμερα στη Θεία Λειτουργία, βοηθιόσασταν στο να έχετε και αγαθούς λογισμούς μαζί.
Οι άλλοι, εσείς κρίντε το και σεις θα το εξομολογηθείτε.
Οι θεάρεστοι λογισμοί βοηθούνται επίσης από την μελέτη της Αγίας Γραφής, ιδιαιτέρως της Καινής Διαθήκης και του Ψαλτηρίου, από τη συμμετοχή μας στα σωστικά μυστήρια της Θείας Λειτουργίας, της Θείας Κοινωνίας, της Ιεράς Εξομολογήσεως, από την τήρηση των Ευαγγελικών εντολών, την καλλιέργεια των αντιστοίχων αρετών και με τόσα τόσα τόσα άλλα, που εντέλλεται η αγία μας Εκκλησία.
Πάντως ένα είναι το βέβαιο, ότι στους καλούς λογισμούς, για προσέχτε το λίγο λίγο αυτό, γιατί δεν του έχομε δώσει σημασία όσο πρέπει.
Στους καλούς λογισμούς διακονείται και αναπαύεται ο Θεός.
Και τότε έχομε ήσυχη συνείδηση.
Έχομε ειρήνη στην ψυχή.
Και όταν όλοι οι αγαθοί λογισμοί μας, στραφούν στη μελέτη του ονόματος του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τότε μας χορηγείται η θεία βοήθεια, η θεία δύναμις, η θεία χάρις, η θεία Πρόνοια, για να τηρούμε θεοφιλώς τις εντολές Του, και να καταπολεμούμε τα πάθη μας.
Έτσι σιγά σιγά ολοκληρώνεται η μετάνοια, αυξάνεται το ταπεινό φρόνημα που δεν το έχομε, γι’ αυτό λέμε και στην ευχή, τη διαβάζετε αυτή την ευχή καμιά φορά, όταν πρόκειται νάρθετε στην εκκλησία, όταν πρόκειται να κοινωνείστε, που λέω «ουκ έχω μετάνοιαν, ουκ έχω κατάνυξιν, ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν», το διαβάζετε καμιά φορά αυτό;
Τότε καθαρίζεται η καρδιά, αμαρτωλοί είμεθα, αλλά η καρδιά καθαρίζεται.
Και σ’ αυτή τη καρδιά, τη συντετριμμένη και την τεταπεινωμένη, ο Χριστός όχι μόνο προσφέρει τη Χάρη Του και το Θείο Του φωτισμό, αλλά και εμπιστεύεται ολόκληρο τον Εαυτόν Του μέσα στην καρδιά σου.
Είναι αυτό που είπαμε προηγουμένως, ότι επαναπαύεται, αναπαύεται ο Θεός μέσα στην καρδιά μας. Τον έχομε μέσα μας, ολόκληρο.
Δυστυχώς όμως για μας δε συμβαίνουν αυτά τα ωραία, τα υψηλά και τα ουράνια, Αντιθέτως μάλιστα, μερικοί από μας είμεθα και αντιδραστικοί στους αγαθούς λογισμούς και στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, και ο νους μας έτσι παραμένει και θολός και σκοτεινός, και αφώτιστος. Ύστερα λέμε Θεέ μου φώτισε τα παιδιά μας, εμείς δεν είμαστε φωτισμένοι …
Σκοτίζεται δηλαδή ο νούς μας απ’ τους κακούς λογισμούς, τους αισχρούς, τους πονηρούς και τους βλασφήμους.
Σκοτίζεται πιο πολύ ο νους μας από την απελπισία. Από τον γογγυσμό κατά του Θεού. Και από την απόγνωση που είναι οι χειρότεροι εχθροί της σωτηρίας μας, και τα ισχυρότερα, τα μεγαλύτερα όπλα του διαβόλου εναντίον μας.
Λέμε ότι είμεθα χριστιανοί, ε; Μ… λέμε ότι είμεθα ! Αλλά τους ιερείς τους πρήζουμε όμως. Τους ιερείς και τους πνευματικούς τους πρήζουμε. Κάτι ξέρω, ε;
Τους κατακρίνομε και τους κουτσομπολεύομε όλους τους κληρικούς πάσης Ελλάδος και περιχώρων. Και η ιεροκατηγορία πάει σύννεφο.
Έχω όμως και γω κάποιο πικρό παράπονο. Το είπα την περασμένη Κυριακή ότι θα σας το πω. Εδώ και καιρό, έχει χάσει ο ναός μας την ομορφιά και την ειρήνη της προσευχής που επικρατούσε εδώ και πριν δέκα δώδεκα χρόνια. Μερικοί, μερικοί λέγω, πολύ ολίγοι, ελάχιστοι, κουτσομπολεύουν τόσο πολύ, που ορισμένα από τα παλιά πνευματικά μου τέκνα, που τάχω εικοσιπέντε χρόνια και τριάντα, δηλώνουν ότι δεν θέλουν να ξανάρθουν εδώ, απ’ το πολύ κουτσομπολιό που υπάρχει. Και λυπάμαι, αλλά και φωνάζω ότι το κακό πρέπει να σταματήσει εδώ. Να πάψει η κακομοιριά και μιζέρια. Τι σας ενδιαφέρει αν φοράει ή δεν φοράει μαντήλι; Αν κρατάει ο άλλος κομποσκοίνι ή δεν κρατάει; Αν κοινωνάει ή δεν κοινωνάει, τι σας ενδιαφέρει; Δεν κοιτάζετε τα χάλια σας, βλέπετε τον άλλον τι φοράει, και πως έχει χτενισμένα τα μαλλιά του! Και βίρα το κουτσομπολιό εκεί έξω!
Μην ξεχνάτε όμως αυτό που είπε ο Απόστολος Παύλος, ότι κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων διότι και πανταχού παρών είναι και τα πάντα πληρών, και παντογνώστης είναι, αφού ετάζει, εξετάζει, καρδιές και νεφρούς, δηλαδή καρδιές και μυαλά.
Πριν λοιπόν από δώδεκα χρόνια περίπου, είχε επισκεφτεί το ναό μας ένας ασκητής. Ήταν εδώ στο Άγιο Βήμα. Είχε κάνει μία πολύ σοβαρή εγχείρηση, και μετά την εγχείρηση, την πρώτη Κυριακή που αναπαυόταν, ήρθε εδώ στο ναό μας να εκκλησιαστεί και να κοινωνήσει. Και την μεθεπομένη ημέρα θα πήγαινε και πάλι, στην έρημο του Αγίου Βασιλείου, εκεί στο Άγιον Όρος. Ξερετε τι μου είπε στο τέλος; Τόχω γράψει και στο βιβλίο «Εμπειρίες κατά τη Θεία Λειτουργία». «Στο ναό σας Πάτερ μου, το ογδόντα τοις εκατό του εκκλησιάσματος, μέσα μου το αισθάνομαι, ακόμα και τώρα, ότι αυτό το ογδόντα τοις εκατό, ή οκτώ στους δέκα δηλαδή, έλεγαν Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, το άρπαξε ολόκληρο η καρδιά μου αυτό, και δεν θα μου πείτε εσείς ότι δεν γίνεται έτσι». Θα ήθελα να τον φέρω σήμερα όμως. Να δούμε θα μου έλεγε τα ίδια; Θα έκανε την ίδια διαπίστωση; Ότι δηλαδή την ευχή τη λέτε μέσα σας; Εσείς τι λέτε, ε, τι λέτε εσείς;
Για να χάσομε όμως αυτή τη μεγάλη ευλογία, που είχαμε εδώ και χρόνια, και τη χάσαμε τώρα τελευταία, ένας είναι ο φταίχτης. Ένας και μόνον ένας. Ο ποιμένας σας, ο τσομπάνος σας. Δηλαδή εγώ. Η δική μου ολιγωρία αφαίρεσε αυτή τη Θεία Χάρη, και ζητώ συγγνώμην.
Ας φροντίσομε λοιπόν από σήμερα και από τώρα, όλοι μαζί να δώσουμε μια ιερή υπόσχεση, ότι θα αλλάξομε στάση πνευματική ζωής, και θα αγωνιστούμε για να καλυτερεύσουμε, και να καλυτερεύσουμε ιδιαίτερα σε περισσότερη προσευχή, που διδάσκεται απ’ αυτό το καινούργιο βιβλίο, που βγάλαμε και που έγιναν τόσα και τόσα κηρύγματα βραδινά και πρωινά για το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Να το διαβάσετε πολλές φορές, να το εμπεδώσετε και να το κάντε πράξη στη ζωή σας, γιατί μπορείτε να το κάνετε, όπως και γω μπορώ και ο καθένας μας μπορεί.
Έτσι λοιπόν οι αγαθοί λογισμοί θα ξαναφέρουν την ειρήνη στις καρδιές μας, και επιπλέον θα μας ενισχύσουν στους προσωπικούς μας αγώνες, που θα δίνουμε κάθε μέρα μαζί με την ευχή, μαζί με το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με».
Επαναλαμβάνω ότι οι αγαθοί λογισμοί διώχνουν τους κακούς. Γι’ αυτό και λέγονται οι καλοί λογισμοί και αγγελικοί.
Άρα λοιπόν όλες οι καλές και ενάρετες σκέψεις, διώχνουν τις πονηρές.
Και όσο περισσότερο λέμε μέσα μας, την ευχούλα «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», τόσο και περισσότερο σταθεροποιούνται οι αγαθοί λογισμοί μέσα μας.
Επαναλαμβάνω ότι πάση φύσεως κακοί λογισμοί και οι διεστραμένοι τρέφονται
πρώτον, από τα πάθη και τις αδυναμίες μας,
δεύτερον απ’ την κακή ροπή που έχουμε στη φύση μας και
τρίτον, από τον διάβολο.
Τους πάντες και τα πάντα όμως, νικά το παντοδύναμον όνομα, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις του οποίου το όνομα παν γόνυ κάμπτει, επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων.
Η ευχή γεννά τους καλούς λογισμούς, η οποίοι αφενός μεν αντιστρατεύονται τους κακούς, και αφετέρου αποστομώνουν τους δαιμονικούς.
Έτσι δεν έχουμε να φοβηθούμε τη μεγάλη Κρίση του Θεού, που θα έρθει για να κρίνει τα κρυπτά των ανθρώπων. Διότι η δικοί μας λογισμοί θάναι γεμάτοι από το φως του Χριστού. Από το φως το αληθινόν. Από το φως της Αναστάσεως. Ο αγαθός λογισμός θα μας λέει ο άλλος καλημέρα, ή χαίρεται ή καληνύχτα ή αντίο και μεις από μέσα μας θα φωνάζουμε «Χριστός Ανέστη!», Έτσι θα φωνάζουμε από μέσα μας. Όπως τόλεγε και ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ. «Χαρά μου Χριστός Ανέστη» σε κάθε χαιρετισμό.
Λοιπόν θα φέρει το φως, της καθαρής και ολόλαμπρης ζωής μας.
Αυτό είθε να το δώσει ο Θεός,
Αμήν.

-----------------------------------------------
Η προσευχή, στην οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω

Δέσποτα Χριστέ, ο Θεός,
ο τοις πάθεσί σου τα πάθη μου θεραπεύσας,
και τοις τραύμασί σου τα τραύματά μου ιατρεύσας,
χάρισαί μοι τω πολλά σοι πταίσαντι δάκρυα κατανύξεως·
συγκέρασόν μου το σώμα,
από οσμής του ζωοποιού σώματός σου,
και γλύκανόν μου την ψυχήν,
τω σω τιμίω αίματι,
από της πικρίας,
ην με ο αντίδικος επότισεν.
Ύψωσόν μου τον νούν πρός σέ,
κάτω ελκυσθέντα,
και ανάγαγέ με από του χάσματος της απωλείας·
ότι ουκ έχω μετάνοιαν,
ουκ έχω κατάνυξιν,
ουκ έχω δάκρυον παρακλητικόν
,
τα επανάγοντά με τέκνα προς ιδίαν κληρονομίαν.
Εσκότισμαι τον νούν εν τοις βιωτικοίς πάθεσι,
και ουκ ισχύω ατενίσαι πρός σε εν οδύνη,
ου δύναμαι θερμανθήναι τοις δάκρυσι της πρός σε αγάπης.
Αλλά,
Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ,
ο θησαυρός των αγαθών,
δώρησαί μοι μετάνοιαν ολόκληρον,
και καρδίαν επίπονον εις αναζήτησίν σου·
χάρισαί μοι την χάριν σου,
και ανακαίνισον εν εμοί τας μορφάς της σης εικόνος.
Κατέλιπόν σε, μη με εγκαταλίπης·
έξελθε εις αναζήτησίν μου,
επανάγαγέ με εις την νομήν σου,
συναρίθμησον με τοις προβάτοις της εκλεκτής σου ποίμνης,
και διάθρεψόν με συν αυτοίς εκ της χλόης των θείων σου Μυστηρίων·
πρεσβείαις της πανάγνου Μητρός σου,
και πάντων των Αγίων σου.
Αμήν.